15.04.2026, δημοσίευση στο Energypress
Η ΑΝΑ.ΦΩ.Σ. τοποθετήθηκε στη δημόσια διαβούλευση του ενεργειακού νομοσχεδίου του ΥΠΕΝ, αναδεικνύοντας διάφορες διαστάσεις που αφορούν την ανακύκλωση των φωτοβολταϊκών.
Μεταξύ άλλων, στάθηκε στην έλλειψη αναφοράς στη διασφάλιση της εναλλακτικής διαχείρισης των φωτοβολταϊκών πλαισίων ως στοιχείο της νέας αδειοδοτικής αλυσίδας.
Αναλυτικά, η εταιρεία επισήμανε τα εξής:
Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου επιφέρει εκτεταμένη αναμόρφωση του πλαισίου αδειοδότησης έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ιδίως μέσω της θεσμοθέτησης Περιοχών Επιτάχυνσης, της εισαγωγής ειδικού καθεστώτος περιβαλλοντικής εξαίρεσης ή επιταχυνόμενης περιβαλλοντικής αξιολόγησης εντός αυτών, της θέσπισης ανώτατων συνολικών προθεσμιών αδειοδότησης και σύνδεσης, καθώς και της συμπίεσης των επιμέρους σταδίων χορήγησης Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης, σύναψης σύμβασης σύνδεσης, άδειας εγκατάστασης, ηλέκτρισης και ριζικής ανανέωσης.
Από την άλλη πλευρά, η ίδια αυτή αναμόρφωση δεν συνοδεύεται από καμία ρητή πρόβλεψη που να συνδέει την πρόοδο της αδειοδοτικής διαδικασίας των φωτοβολταϊκών σταθμών με την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το καθεστώς διευρυμένης ευθύνης παραγωγού για τα φωτοβολταϊκά πλαίσια. Από τη συστηματική εξέταση του κειμένου του σχεδίου νόμου και του υλικού της διαβούλευσης προκύπτει ότι δεν υφίστανται ρητές αναφορές στη διασφάλιση τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την αρχή της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού. Συγκεκριμένα, παρατηρείται έλλειψη αναφοράς στη διασφάλιση της εναλλακτικής διαχείρισης των φωτοβολταϊκών πλαισίων ως στοιχείο της νέας αδειοδοτικής αλυσίδας, ιδίως από τη στιγμή που κατά πάγια διοικητική πρακτική, σε όλες τις μορφές περιβαλλοντικής αδειοδότησης σταθμών ΑΠΕ συμπεριλαμβάνεται ρήτρα εναλλακτικής διαχείρισης.
Σύμφωνα με την ρήτρα αυτή, ο φωτοβολταϊκός εξοπλισμός που βρίσκεται τοποθετημένος σε σταθμούς ΑΠΕ πρέπει, μετά το τέλος του χρόνου ζωής του (όταν δηλαδή καταστεί απόβλητο) να απομακρυνθεί από την εγκατάσταση και να τύχει εναλλακτικής διαχείρισης σύμφωνα με τα ειδικώς προβλεπόμενα στο Ν. 4819/2021 και τις συνδεόμενες με αυτόν κανονιστικές πράξεις.
Το γεγονός αυτό αποτελεί ουσιαστικό κανονιστικό κενό, ακριβώς επειδή το υπό αναμόρφωση καθεστώς αφορά κατ’ εξοχήν έργα που ενσωματώνουν μαζικά ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό, ο οποίος υπάγεται ήδη, κατά το ισχύον δίκαιο, σε ειδικό καθεστώς εναλλακτικής διαχείρισης στο τέλος του κύκλου ζωής του. Η μη πρόνοια για την εκ των προτέρων διασφάλιση της εναλλακτικής διαχείρισης του φωτοβολταϊκού εξοπλισμού ήδη από το στάδιο της αδειοδότησης των σταθμών ΑΠΕ ουσιαστικά ματαιώνει την εφαρμογή της αρχής της αειφορίας (από την οποία κατ’ ουσίαν απορρέει η ίδια η ανάγκη στήριξης των επενδύσεων σε ΑΠΕ). Ποιο το νόημα, άραγε, να στηρίζονται οι σταθμοί ΑΠΕ για να παράγουν πράσινη ενέργεια, εάν – λόγω της έλλειψης πρόνοιας για την εναλλακτική διαχείριση των φωτοβολταϊκών – καθίστανται μετά από το τέλος του χρόνου ζωής των πάνελ «περιβαλλοντικές βόμβες», δημιουργώντας τεράστιες ποσότητες αποβλήτων για τα οποία λογική του σχεδίου νόμου. Το νέο πλαίσιο δεν καταργεί τους διοικητικούς ελέγχους, αλλά τους οργανώνει γύρω από την έννοια της πληρότητας φακέλου, της δυνατότητας υποβολής συμπληρωματικών στοιχείων και της τήρησης σύντομων, δεσμευτικών προθεσμιών. Ιδίως στα νέα ή τροποποιούμενα στάδια της χορήγησης Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης και της ριζικής ανανέωσης, η Διοίκηση ή ο αρμόδιος Διαχειριστής δύναται να ζητκαμμία ρύθμιση δεν υπάρχει εκ των προτέρων; Δεν ματαιώνει αυτό τον «πράσινο» χαρακτήρα της επένδυσης;
Η έλλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη η φύση του φωτοβολταϊκού εξοπλισμού. Τα φωτοβολταϊκά πλαίσια έχουν ήδη ενταχθεί, σε επίπεδο ενωσιακού δικαίου, στο πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος ΑΗΗΕ, και το εθνικό δίκαιο έχει ενσωματώσει τη σχετική υποχρέωση μέσω του ν. 4819/2021 και της ειδικής κανονιστικής νομοθεσίας για τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Η ευθύνη αυτή δεν είναι απλώς ιδιωτική ή οικονομική, αλλά συνιστά μηχανισμό περιβαλλοντικής πολιτικής, με τον οποίο το κόστος συλλογής, επεξεργασίας και ανακύκλωσης συνδέεται με την είσοδο του προϊόντος στην αγορά και δεν μετακυλίεται στους τελικούς χρήστες ή στο Δημόσιο. Η ανάγκη, συνεπώς, να διασφαλισθεί ότι ο εξοπλισμός που εγκαθίσταται σε φωτοβολταϊκούς σταθμούς προέρχεται από φορείς που έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους έναντι του καθεστώτος «διευρυμένης ευθύνης παραγωγού» (βλ. Οδηγία 2012/19 και συναφή εθνική νομοθεσία) δεν είναι άσχετη προς την αδειοδότηση· είναι άμεσα συνδεδεμένη με την περιβαλλοντική νομιμότητα και τον αειφόρο χαρακτήρα του ίδιου του έργου ΑΠΕ.
Το ζήτημα δεν εξαντλείται σε μια αφηρημένη επίκληση της κυκλικής οικονομίας. Αν η Διοίκηση επιτρέπει, μέσω ταχύρρυθμης ή επιταχυνόμενης αδειοδότησης, την εγκατάσταση και ενεργοποίηση έργων που βασίζονται σε φωτοβολταϊκά πλαίσια για τα οποία δεν έχει ελεγχθεί αν ο υπόχρεος κατά περίπτωση παραγωγός σύμφωνα με τον Ν. 4819/2021 έχει εγγραφεί στο οικείο μητρώο και έχει υπαχθεί σε εγκεκριμένο σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης, τότε η αρχή της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού αποδυναμώνεται στην πράξη. Παραμένει μεν τυπικά σε ισχύ, αλλά παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός πρόληψης και έγκαιρης κατανομής του κόστους. Υπό το πρίσμα αυτό, η ενσωμάτωση ελέγχου συμμόρφωσης στο αδειοδοτικό στάδιο δεν συνιστά εισαγωγή νέας ουσιαστικής υποχρέωσης, αλλά αναγκαία εξειδίκευση της αποτελεσματικής εφαρμογής υφιστάμενων υποχρεώσεων.
Το επιχείρημα αυτό αναδεικνύεται ρητά και από το ότι, κατά πάγια διοικητική πρακτική, η αδειοδότηση φωτοβολταϊκών σταθμών περιλαμβάνει ρήτρα εναλλακτικής διαχείρισης του εξοπλισμού. Αναγκαίο κρίνεται – και μάλιστα υπό το πρίσμα της γενικότερης ακανθώδους κατάστασης στον τομέα της ανακύκλωσης φωτοβολταϊκών – η τήρηση αυτής της ρήτρας να ελέγχεται, πλέον, εκ των προτέρων.
Η αναγκαιότητα της προτεινόμενης πρόβλεψης ενισχύεται από την ίδια τη νομοτεχνική εί συγκεκριμένα πρόσθετα στοιχεία εντός προθεσμίας, άλλως ο φάκελος θεωρείται πλήρης ή, κατά περίπτωση, η έλλειψη των στοιχείων συνεπάγεται απαράδεκτο ή μη πρόοδο της διαδικασίας. Επομένως, η προσθήκη ενός ελάχιστου, σαφώς οριοθετημένου συνόλου δικαιολογητικών που να αποδεικνύουν τη συμμόρφωση του προμηθευόμενου φωτοβολταϊκού εξοπλισμού προς τις απαιτήσεις του ν. 4819/2021 δεν αντιστρατεύεται τη φιλοσοφία του σχεδίου νόμου, αλλά αξιοποιεί ακριβώς τους ήδη θεσπισμένους κόμβους ελέγχου πληρότητας.
Το κατεξοχήν κατάλληλο στάδιο για την εισαγωγή του ελέγχου αυτού είναι εκείνο της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης. Πρόκειται για το σημείο στο οποίο το έργο περνά από την προγενέστερη αδειοδοτική ωρίμανση στη συγκεκριμένη και δεσμευτική διασύνδεση με το δίκτυο ή το σύστημα. Ακριβώς επειδή στο στάδιο αυτό το σχέδιο νόμου προβλέπει ρητά έλεγχο πληρότητας και δυνατότητα ζήτησης διευκρινιστικών ή συμπληρωματικών στοιχείων, η υποχρέωση προσκόμισης βεβαίωσης εγγραφής του υπόχρεου παραγωγού στο ΕΜΠΑ και βεβαίωσης υπαγωγής σε εγκεκριμένο ΣΣΕΔ για τα φωτοβολταϊκά πλαίσια μπορεί να ενταχθεί ως στοιχείο πληρότητας του φακέλου. Η λύση αυτή μετατρέπει τον Διαχειριστή σε φορέα ουσιαστικού ελέγχου επί της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης, και εισάγει εκ των προτέρων έλεγχο νομιμότητας, κατά τρόπο ανάλογο με όσα ήδη ισχύουν για άλλα τυπικά στοιχεία του φακέλου. Η σχετική πρόβλεψη αποτελεί τον πλέον πρόσφορο τρόπο ex ante ελέγχου της τήρησης της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού.
Αντίστοιχα, κατάλληλο σημείο εισαγωγής σχετικής υποχρέωσης αποτελεί και το στάδιο της άδειας εγκατάστασης. Στο σημείο αυτό η Διοίκηση επιτρέπει την πραγματική ενσωμάτωση συγκεκριμένου εξοπλισμού στο έργο. Είναι, συνεπώς, εύλογο και νομικά ευσταθες να απαιτείται από τον φορέα του έργου να προσκομίζει υπεύθυνη δήλωση ότι ο υπό εγκατάσταση φωτοβολταϊκός εξοπλισμός προέρχεται από υπόχρεο παραγωγό ή εισαγωγέα που έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του κατά το καθεστώς Διευρυμένης Ευθύνης Παραγωγού, συνοδευόμενη από τα οικεία αποδεικτικά έγγραφα. Η πρόβλεψη αυτή δεν συνεπάγεται μεταφορά της πρωτογενούς ευθύνης ανακύκλωσης από τον «παραγωγό» του δικαίου ΑΗΗΕ στον φορέα του ενεργειακού έργου. Αντιθέτως, εισάγει μόνο ελάχιστη υποχρέωση διοικητικής επιμέλειας ως προς την προέλευση του κρίσιμου εξοπλισμού, πράγμα απολύτως συμβατό με το ότι ο ίδιος ο φορέας του έργου ζητεί από τη Διοίκηση να εγκρίνει την εγκατάστασή του.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, περαιτέρω, το στάδιο της ηλέκτρισης ή ενεργοποίησης της σύνδεσης. Η ηλέκτριση συνιστά το τελικό σημείο μετάβασης του έργου σε κατάσταση λειτουργίας και, ως εκ τούτου, το τελευταίο κρίσιμο διοικητικό σημείο στο οποίο μπορεί να ελεγχθεί αν ο πράγματι εγκατεστημένος εξοπλισμός αντιστοιχεί σε εξοπλισμό που έχει εισαχθεί και διατεθεί στην αγορά από φορέα συμμορφούμενο προς το καθεστώς διευρυμένης ευθύνης παραγωγού. Ιδίως στις περιπτώσεις ειδικής ταχείας διαδικασίας, στις οποίες το σχέδιο νόμου καθορίζει εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες για τη σύνδεση και την ηλέκτριση, η ένταξη ενός τυποποιημένου ή ψηφιακού ελέγχου στο στάδιο αυτό αποτελεί την ελάχιστη εγγύηση ότι η επιτάχυνση δεν θα οδηγήσει σε πρακτική αδυναμία ελέγχου της συμμόρφωσης.
Το πιο χαρακτηριστικό, όμως, και ίσως το πιο ισχυρό πεδίο για την ενσωμάτωση ρητής πρόβλεψης είναι η διαδικασία της ριζικής ανανέωσης. Η ειδική σημασία της ρύθμισης αυτής δεν προκύπτει μόνο από τη θέση της στο σχέδιο νόμου, αλλά και από τη φύση της ίδιας της δραστηριότητας: στη φωτοβολταϊκή τεχνολογία η ριζική ανανέωση μπορεί να συνεπάγεται αντικατάσταση του συνόλου των πλαισίων και των αντιστροφέων, δηλαδή άμεση παραγωγή μαζικού ρεύματος ΑΗΗΕ. Επομένως, εάν το σχέδιο νόμου αναμορφώνει, επιταχύνει και συστηματοποιεί τη διαδικασία repowering χωρίς να προβλέπει ούτε υποχρέωση προσκόμισης σχεδίου διαχείρισης του αποξηλούμενου εξοπλισμού ούτε απόδειξη συμμόρφωσης του νέου εξοπλισμού με τις διατάξεις περί εναλλακτικής διαχείρισης, τότε δημιουργείται έντονο έλλειμμα εσωτερικής συνέπειας μεταξύ του αδειοδοτικού και του δικαίου αποβλήτων. Για τον λόγο αυτό, είναι απολύτως δικαιολογημένο να προστεθεί στη διάταξη για τη ριζική ανανέωση ρητή απαίτηση υποβολής σχεδίου διαχείρισης ΑΗΗΕ για τον εξοπλισμό που αποξηλώνεται, σε συνδυασμό με αποδεικτικά συμμόρφωσης του νέου φωτοβολταϊκού εξοπλισμού προς το καθεστώς του ν. 4819/2021.
Από τεχνική και διοικητική άποψη, η ενσωμάτωση τέτοιου ελέγχου είναι πλήρως υλοποιήσιμη χωρίς δυσανάλογη επιβάρυνση της διαδικασίας. Το καθεστώς του ν. 4819/2021 (όπως συμπληρώνεται και από τις σχετιζόμενες με αυτόν κανονιστικές αποφάσεις της διοίκησης) ήδη προβλέπει μητρώο παραγωγών, ήδη οργανώνει τη λειτουργία της διευρυμένης ευθύνης και ήδη παρέχει, , τη θεσμική βάση για διασταύρωση στοιχείων και για αξιοποίηση διοικητικής συνεργασίας (άρθρο 19 της ΚΥΑ 23615/651/Ε.103/2014.). Συνεπώς, ο έλεγχος μπορεί να περιορισθεί είτε στην προσκόμιση τυποποιημένων αποδεικτικών είτε, κατά προτίμηση, στη διαλειτουργική επαλήθευση του αριθμού ΕΜΠΑ και της σχέσης με εγκεκριμένο ΣΣΕΔ μέσω των πληροφοριακών συστημάτων. Υπό αυτήν την έννοια, η προτεινόμενη πρόβλεψη είναι όχι μόνο αναλογική, αλλά και διοικητικά οικονομική. Δεν απαιτεί νέο ουσιαστικό καθεστώς αδειοδότησης· απαιτεί απλώς να συνδεθούν τα ήδη υφιστάμενα αδειοδοτικά στάδια με τα ήδη υφιστάμενα δεδομένα συμμόρφωσης.
Είναι, επίσης, κρίσιμο να διευκρινισθεί ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δεν συγχέει την πρωτογενή υποχρέωση του «υπόχρεου παραγωγού» με τις υποχρεώσεις του φορέα του έργου ΑΠΕ. Ο «παραγωγός» κατά την έννοια του δικαίου ΑΗΗΕ παραμένει το πρόσωπο που ορίζει ο ν. 4819/2021 και η ειδική κανονιστική νομοθεσία. Ο φορέας του φωτοβολταϊκού σταθμού δεν καθίσταται, μόνο και μόνο λόγω της αδειοδοτικής του ιδιότητας, υπόχρεος χρηματοδότησης της ανακύκλωσης. Εκείνο που θεσμικά μπορεί και πρέπει να του ζητηθεί είναι να αποδεικνύει ότι ο εξοπλισμός που πρόκειται να εγκαταστήσει και να ενεργοποιήσει προέρχεται από φορέα που έχει ήδη εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού. Πρόκειται, δηλαδή, για υποχρέωση διοικητικής επιμέλειας και ιχνηλασιμότητας, όχι για μετατόπιση της πρωτογενούς ευθύνης ανακύκλωσης.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, προκύπτει ότι η καταλληλότερη λύση είναι η ρητή πρόβλεψη στο τελικό κείμενο του νόμου ότι, για έργα που περιλαμβάνουν εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πλαισίων, η συμμόρφωση του προμηθευόμενου εξοπλισμού προς το καθεστώς διευρυμένης ευθύνης παραγωγού συνιστά στοιχείο πληρότητας του φακέλου σε συγκεκριμένα στάδια της αδειοδοτικής διαδικασίας, ιδίως κατά την Οριστική Προσφορά Σύνδεσης, την άδεια εγκατάστασης, την ηλέκτριση και τη ριζική ανανέωση. Η βασική αυτή υποχρέωση θα πρέπει να συνοδεύεται από εξουσιοδοτική διάταξη για τον καθορισμό, με υπουργική ή άλλη κανονιστική πράξη, των τεχνικών λεπτομερειών της ηλεκτρονικής διασταύρωσης, των αποδεκτών αποδεικτικών εγγράφων και της διαδικασίας ενημέρωσης των εμπλεκομένων φορέων. Με τον τρόπο αυτό θα διασφαλισθεί ότι η επιδιωκόμενη επιτάχυνση της αδειοδότησης δεν θα συνοδευθεί από λειτουργική αποδυνάμωση του συστήματος εναλλακτικής διαχείρισης φωτοβολταϊκών πλαισίων, αλλά, αντιθέτως, θα ενσωματώσει στον πυρήνα της αδειοδοτικής διαδικασίας έναν ελάχιστο και απολύτως αναγκαίο μηχανισμό περιβαλλοντικής νομιμότητας.
Συνεπώς, η ενσωμάτωση ex ante ελέγχου συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του ν. 4819/2021 στην αδειοδοτική αλυσίδα των φωτοβολταϊκών σταθμών δεν συνιστά επικουρική ή προαιρετική βελτίωση, αλλά αναγκαία συμπλήρωση του υπό διαβούλευση μεταρρυθμιστικού πλαισίου. Εάν το ζητούμενο του σχεδίου νόμου είναι η δημιουργία ενός ταχύτερου αλλά ταυτόχρονα νομικά συνεκτικού και περιβαλλοντικά βιώσιμου συστήματος αδειοδότησης, τότε η ρητή σύνδεση της αδειοδοτικής προόδου με την τεκμηρίωση της συμμόρφωσης του φωτοβολταϊκού εξοπλισμού προς το καθεστώς της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού αποτελεί αναγκαία επιλογή νομοθετικής πληρότητας και θεσμικής συνέπειας.
Ας μεινουμε σε επαφη
Εγγραφείτε για να λαμβάνετε νέα, ενημερώσεις για τις υπηρεσίες μας και χρήσιμες πληροφορίες από τον χώρο της ανακύκλωσης φωτοβολταϊκών.
